Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Tώρα ή ποτέ



Γι' ακόμη μια φορά,

μονάχη του ασύλου μου σιωπή

με συντροφεύει.

Πίσω απο την κλειστή θύρα

έμειναν οι καταιγίδες και

οι αστραπές μου.



Τίποτα δεν απέμεινε πια΄

μονάχ' ένα μικρό ρυάκι

μιας καστανόχρωμης πηγής

και το αντίο.

Αντίο στο παρελθόν

που με πόνο αντίκριζα.

Αντίο στο παρόν

που γυρισμό δεν έχει.

Αντίο στο μέλλον

που δε θα βιώσω.

Και μετά κραυγές

θολές οι σκέψεις του μυαλού,

σκοτεινές,τρομακτικές.

Αυτές κάνουν τ' αυτιά να βουίζουν

και την ανάσα να σπαρταράει.

Και μετά, το ψυχρό φτερούγισμα

μιας ουράς χελιδονιού,

γυαλιστερής, άπονης.

Αρνούμενη να παλέψω,

ηττήθηκα μόνη

απ' τα χαστούκια της ζωής.







Ή τώρα ή ποτέ.







Ξάφνου, λευκές λουρίδες γης

σκίστηκαν

κι εκεί που δεν υπήρχαν

ποτάμια σχηματίστηκαν΄

και φούσκωνε ολοένα το υγρό,

θάλασσες, πελάγη γινόταν.

Να σαι καλά, χελιδονιού ουρίτσα

η ψύχρα σου τον πόνο απάλυνε;

Κι η ανάσα σκούραινε,

η γη έτρεμε,ο κόσμος μαύριζε

και τελευταία η κάρα μου

υποταγής υπόκλιση πληρώνει

για όλα όσ' αγόρασε διπλά...





Ναι, θα μπορούσε να ταν κι έτσι.





Γι' άλλη μια φορά λοιπόν,

το άσυλό μου σώπαζε,

οι καταιγίδες μούγκριζαν απ' έξω,

το "χελιδονάκι" φτεροκοπούσε.

Όλα ξεχωριστά κι όλα μαζί

ξανάρχιζαν το βήχα τους,

μα εγώ στην αρρώστια τους

δεν υπεκύψα.

Αντίς γι' αυτό,

το βλέμμα μου ίσιαξα,

το κορμί σ' Ανατολή κατεύθυνα,

το αίμα μου ξύπνησα

μ' ανάσες βροντερές.

Σώπασε τώρα, χελιδονάκι,

βγαίνω ν'αντιμετωπίσω

τις καταιγίδες και τις αστραπές μου,

όπως μόνο εγώ μπορώ,

όπως μόνο εγώ ξέρω να μάχομαι.

Ή τώρα ή ποτέ.









"Ο,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό"





Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ίσως το τελευταίο ποίημα που γράφω για σένα




Κάθε μέρα που περνάει


μέσα μου προσεύχομαι


όποιος Θεός κι αν υπάρχει,


όποια Τύχη κι αν κουβαλάς,


όποια Μοίρα κι αν σε βλέπει


να σε έχει πάντα καλά.




Κάθε ώρα που περνάει


μέσα μου παρακαλώ


να ναι ο ουρανός γαλάζιος,


να λάμπει ο ήλιος κίτρινος,


να μυρίζουν τα λουλούδια χρώματα


για να είσ' ευτυχισμένος.





Κάθε στιγμή που περνάει


μέσα μου εύχομαι


τα μάτια σου να με θαμπώνουν,


τα χείλη σου να με αγγίζουν,


τα χέρια σου να με χαιδεύουν


για να σε αγαπώ.




Κάθε μέρα, ώρα και στιγμή


ικετεύω,


ποτέ μακριά μου να μη φύγεις.


Αδύνατο, το ξέρω κι όμως


εκλιπαρώ,


αν είναι να 'ρθει θάνατος,


να είναι ο δικός μου,


τον δικό σου τα μάτια μου να μη δουν.




Βλέπεις στο πρώτο,


τον πόνο δε θα μπορώ νιώσω,


ενώ στο δεύτερο


δε θα μπορώ να τον αντέξω.





Τι εγωίστρια τελικά!




Κρυώνω

Κρυώνω.
Κάποτε μου είχες πει,
πως αν ποτέ ένιωθα το κρύο να διαπερνά κάθε ιστό
του σώματός μου,
θα ήσουν εκεί να με ζεστάνεις.
Πως αν ποτέ το χιόνι με στόλιζε στα λευκά,
όπως το κέικ που πασπαλίζαμε με ζάχαρη άχνη
στις γιορτές,
εσύ θα το έδιωχνες,
είμαι όμορφη και χωρίς αυτό,
έτσι είχες πει.
Κι όμως κρυώνω.
Κάθε δάκρυ σταλαγμίτης στο πρόσωπό μου,
κάθε ανάσα στιγμής βοριάς ανελέητος,
κάθε λυγμός πόνου καρδιάς ψίθυρος.
Κι όμως εγώ θα σε ζέσταινα
αγκαλιάς ζεστό κρασί θα σου πρόσφερα,
για να μην κρυώνεις, καλό μου.
Κι ας κρυώνω.
Έτσι κι αλλιώς, θερμές αγκαλιές τις χόρτασα,
τρυφερές υποσχέσεις που γυαλίζουν στο φως,
μα στο σκοτάδι πέτρες μουγκρίζουν."

Γράψε, καρδιά μου, γράψε

Εκεί που η αδικία
το δρόμο σου φράζει,
το σώμα σου απο πόνο
ασώματο σπαράζει,
πληγή αθεράπευτη
απ' το σύντροφό σου,
χέρι ανθρώπινο παίρνει
ό,τι νόμισες δικό σου,
όταν βαριά σα μόλυβδος
είν' τ' ανομήματά σου
κι ευτυχία δε χωράει πια
στη φτωχική καρδιά σου,
μια σταχτόχρωμη εικόνα
είναι πλέον η ζωή σου
και σάπια πια αισθάνεσαι
τη ζοφερή ψυχή σου....

Γράψε, καρδιά μου, γράψε
για το φτωχό, το δυστυχή,
τον πλούσιο, τον εύμορφο
και γιατί όχι τον ποιητή.
Γράψε για τους γέρους σου,
για τα μικρ' ανθρωπάκια,
τους νέους ερωτιάριδες,
τα στρουμπουλά παιδάκια.
Γράψε για τα ζώα, μάνα μου,
και τη μητέρα Φύση
και για όλα όσα ο άνθρωπος
έχει ως τώρα χτίσει.
Γράψε για τα πάθη σου,
όσα σ' έχουν πληγώσει,
τον πόνο σου, τα κρίματα,
τη δυστυχία που χεις βιώσει.

Ντύσε το φτωχούλι σου
και δωσ' λίγο φαγάκι,
λόγον καλόν του δυστυχή
να σκάσει ένα γελάκι.
Ο πλουσιάνθρωπος δουλειά θε
να μάθει τη ζωούλα,
ο όμορφος την αρχοντιά,
ο ποιητής ψυχούλα.
Τα γερόντια σέβας θέλουνε
οι μεγάλοι την ευχή σου,
κι οι ονειροπαρμένοι σαν και σε
διπλή τη συμβουλή σου.
Αλλά τα κουτσούβελα που λες
σέβας, ευχή και συμβουλή σου,
όλα τους πρέπουν , διότι αυτοί
θα 'ναι κάποτε οι αυριανοί σου.
Ζωγράφησε πόλεις και χωριά,
βουνά και πεδιάδες,
απο ποτάμια και ζωντανά
μέχρι τρελές γελάδες.
Μη διστάζεις να περιγράψεις
όσα κουβαλά' η ψυχή σου,
ευθύς θα ελαφρύνεις, θα το δεις,
θα βγεις απ' τη φυλακή σου.
Αυτά να γράψεις της ζωής
ασχήμιες κι ομορφιές,
όλα είναι της φύσης μας
και λύπες και χαρές.
Γράψε, καρδιά μου, γράψε συ
ποτέ να μη ξεγράψεις
όλ' όσα σου δωκε η ζωή,
τη ζωή σου για να βάψεις.


Μυλαίδη

Μοχθηρή γυναίκα
αγγελικά πλασμένη,
μαύρη είσαι μέγαιρα
αν και λευκοντυμένη
Γλυκόπικρο στόμα
τον πόνο σκορπίζεις,
ολάκερες ψυχές
μα κι ανθρώπους θερίζεις.
Να μη σε καταλάβουν
τον κρίνο σου κρύβεις
κι όποιος τον δει
αυτόνα συνθλίβεις
Στους όμοιους σου δίνεις
πάντα χαρά μεγάλη,
μα με τους άλλους είσαστε
οι Αγγλοι και οι Γάλλοι.
Σπάνια όποιος σε γνώρισε
να μην το μετανιώνει'
ακόμη κι ο Ντελεφέρ
ως τώρα το πληρώνει
Γιατί το κατέχεις πονηρή
τους άντρες να πλανεύεις,
στα ένοχα σου θύματα
να βρεις ότι γυρεύεις.
Αν ήταν άγγελοι σαν εσέ
στη γη να περπατάνε
κι οι πόρνες τον Παράδεισο
δικαίως θα ζητάνε!
Εσύ 'σαι γκρίζα λύκαινα,
μα σαν αρνί χαμογελάς
και θαρρείς πως με την όψη σου
όλους τους ξεγελάς!
Μάθε λοιπόν, Λαίδη μου,
πως όπου κι αν βρεθώ,
όπου το βλέμμα μου κι αν στρέψω
εγώ κάποια μέρα θα σε βρω
και θα σε καταστρέψω!!!


Για τη....Μυλαίδη δεν είπαμε?

Σκοτεινή πριγκίπισσα





Μεσ' την αδειοσύνη και τη μοναξιά

διάβαινα το μονοπάτι της ψυχής σου,

μαύρος ουρανός με κοράκια γι' αστέρια

κι εγώ η λευκοσκέπαστη σελήνη σου.

Σε κάστρα καλιακουδίσια, βορινά

εσένα αναζητούσα, σκοτεινέ ιππότη μου,

μόνος μου φόβος η φυγή σου,μόνη μου ελπίδα τ' όνειρο'

λευκό τριαντάφυλλο στα χείλη σου ν' αφήσω,

το μαύρο με τη σειρά μου στο στήθος να δεχτώ,

στα μάτια σου να φέγγει το πέπλο της ψυχής σου,

γι' αυτά και μόνο άξιζε να 'ρθώ.

Κι αν ποτέ θελήσεις την τιμωρία σου να δώσεις

σ' εμέ, που τ' απαγορευμένα εδάφη σου άγγιξα

το σπαθί απ' το χέρι σου δε θ' αρνηθώ

γυναικεία θρύψαλα έρωτα δε λαβώνει, το ξέρω.

Αντί γι' αυτό, έτοιμη θα μαι πια,

το πικρόμαυρο φιλί σου σα χειλιών χάδι να γευτώ

στο δικό μας το σκοτάδι, το φως να μοιραστούμε

και κάθε λογής χρώμα στον κόσμο ν' απαρνηθούμε.




Ποιός είπε πως ομορφιά μόνο στα χρώματα βρίσκεις;

Ξέσπασμα ζήλιας!

Δε γίνεται, δε θέλω να το πιστέψω, δε μπορεί!


Να ξέρω, πως μ' έναν άλλον είναι κάπου αυτή τη στιγμή!


Πόσο γρήγορα πέρασε ο χρόνος που περνάγαμε μαζί


και τι ήταν για τη ζωή μας, μια ανάσα, μια κλωστή;


Στο φως, ποιόν ήλιο του χαρίζει, ποια γήινη δροσιά


και στο σκότος, ποιο πάθος το φλογερό ένστικτο ξυπνά;


Ξέροντας πως η μνήμη της πια δε με τιμά


η καρδιά μου βρυχάται, ο νους ξεψυχά


και με τρελαίνει!



Σε ξεχνάει βλέπεις, αν δεν κατέχεις το μυστικό,

το μυστικό..

Κι εγώ υποφέρω, εκείνη θέλω να 'ρθει εδώ,

να 'ρθει εδώ..



Έτσι είναι, σταγόνα αλήθειας, μιας αλήθειας πικρής!

Που με κάνει να διαγράφω κάθε κωφάλαλο όνειρο τυφλής προσμονής!

Πώς είναι δυνατόν, τέτοιες μοναδικές του παρελθόντος στιγμές

τόσο εύκολα να εξαλείφονται από ξένα χάδια, από ξένες αγκαλιές;

Ποιος είναι αυτός ο άλλος που τη μορφή της τις νύχτες αναζητά

και την ευτυχία μου μαζί της σα φτερόσκονη στον άνεμο σκορπά;

Και η σκέψη τους με κυνηγάει, τις αισθήσεις μου γελάει,

το μυαλό δε χωράει, πως κάποιον άλλο αγαπάει

και μ' αρρωσταίνει!


Μα στο τέλος νικήθηκα, από κείνους ηττήθηκα, καλή μου καρδιά,
καλή μου καρδιά...

Αδύναμος έμεινα, κι έτσι παρέμεινα μόνος ξανά,

μόνος ξανά...




Κι η σιωπή σαν περιστέρι στη ψυχή μου ξαποστάζει πια .

Για τη γριά Λούκαινα του Παπαδιαμάντη

Καημένη γριά Λούκαινα

και πικροχαροκαμένη

φτωχή απόμεινες, κόρη γριά

της Μοίρας πονεμένη.

Το άκουσα το κλάμα σου,

βαθύ σα μοιρολόι

κι ας μη πατούσα εκεί κοντά

στης δικής σου γης τη χλόη.

Στη γέρικη καμπούρα σου

σηκώνεις τα παθιά σου,

τα βάρη όσα πέρασες

σα χαθήκαν τα παιδιά σου.

Μα το μοιρολόι τ' αληθινό

μεσ' τη ψυχή σου βράζει

και ποτέ κανείς δεν άκουσε

πόσο η καρδιά σπαράζει.

Η Ζωή, όμως, δε σε λυπήθηκε

κι άλλο χτύπημα δίνει,

καθώς η Ακριβούλα σου

στα βράχια τώρα φθίνει.

Τα θολωμένα μάτια σου

νεκρούς δε' φχαριστηθήκαν

και τα ζαρωμένα χέρια σου

εργασία, άθελα σου, βρήκαν.

Μα σε καλό σου, βρε γριά,

όσα κι αν ο χρόνος σου πάρει

μονάχα την επιμονή σου θε

να κάνει πιο μεγάλη.

Η σκέψη σου δε θα κάθεται,

τα χέρια σου δε θα ναι κρεμασμένα,

ωσότου μείνουν τα μάτια πια

για πάντα σφραγισμένα.




Ποίημα για το διήγημα του Α.Παπαδιαμάντη "το μοιρολόι της φώκιας" με θέμα τη γριά Λούκαινα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που έχει χάσει αρκετά παιδιά, μαζί και τον άντρα της και ενώ συνεχίζει τη ζωή της βοηθώντας τη μια της κόρη, όσο μπορεί ακόμα, δέχεται ένα ακόμη χτύπημα απο τη Μοίρα, το θάνατο της εγγονής της, της Ακριβούλας. Η περιγραφή των παθών και του μοιρολογίου της γριάς, αλλά και το γεγονός οτι όσο ζει ακόμα, προσπαθεί να είναι χρήσιμη συγκλονίζει και φυσικά μας περνάει το μήνυμα οτι όσες στενοχώριες και καημοί κι αν έρθουν, η ζωή πάντα συνεχίζεται (" εξηκολούθει")


7/10/2008"

Για την Ειρήνη που «έφυγε»


Φίλη μου,ακριβή κι πολυαγαπημένη,
πικρή ήταν εκείνη η ώρα
που σου 'χε η μοίρα σου γραμμένη
μακριά μου να σε τώρα.
Ποιος άγγελος, ποιος Θεός
αποφάσισε στη γη να μας χωρίσει;
Ποιος δαίμονας, ποιος θνητός
θέλησε όλα να μας τα γκρεμίσει;
Τα σχέδια, τα όνειρά μας,
ανεκπλήρωτα κομμάτια μου θα μείνουν.
Οι σκέψεις, η συντροφιά μας,
ξεθωριασμένες ζωγραφιές θα σιγοσβήνουν.
Κενός ο νους, σιδερένια η καρδιά,
το σώμα μου παγώνει.
Παντού βελονιές, πουθενά γιατρειά,
η σκέψη μου ματώνει.
Το ξέρω πως εσύ δε φταις,
την ώρα σου δε την ορίζεις.
Μα ποιος φταίει τότε που πια δε καίς
και το χαμόγελό σου δε χαρίζεις;
Μα, δεν έχει σημασία, καλή μου,
ο χρόνος πια πίσω δε γυρίζει
κι υπόσχεση δίνω στη ζωή μου,
λουλούδι στην «κατοικία» σου ν' ανθίζει.
Ποτέ δε θα σε ξεχάσω
στη ζωή μου, ό,τι κι αν γίνει
κι αν ακόμη το μυαλό μου χάσω,
η ψυχή μου πιστή σε σε θα παραμείνει.
Ποτέ δεν έφυγες, μ' ακούς;
Ένα κομμάτι σου μέσα μου θα ζει
.Για λίγο το δανείστηκα, τ'ακούς;
Δε θα το κρατήσω για πολύ.
Θα στο δώσω πίσω κάποτε,
όταν ξανασυναντηθούμε
και δε θα μου λείπεις πια...


Για την Ειρήνη που «έφυγε» από αυτοκινητιστικό δυστύχημα και για τη φίλη της που δε θα τη ξεχάσει ποτέ..
Καλό ταξίδι Ειρήνη!

Η ετοιμοθάνατη




Με τη μαύρη πένα του θανάτου σου γράφω,

για να σου θυμίσω,

πως όσο οι βαθιές μου ανάσες αντηχούν στη σιωπή του μοναχικού μου δωματίου,

εγώ ακόμα υπάρχω.

Σε καλώ, λοιπόν, μια τελευταία φορά να ΄ρθεις,

λίγο πριν στην ψυχρή αγκαλιά του Χάρου παραδοθώ,

για να σου τα θυμίσω όλα,

όλα όσα εσύ θα ήθελες να ξεχάσεις.

Να σου θυμίσω τους χιονόλευκούς χειμώνες που περάσαμε μαζί,

αψηφώντας το τσουχτερό κρύο με τις θερμές καρδούλες μας.

Να σου θυμίσω τα ηλιόλουστα καλοκαίρια που περάσαμε μαζί,

σφιχταγκαλιασμένοι στην παραλία, παρά τη ζέστη που ήδη υπήρχε.

Για να μη ξεχάσεις τα χαμογελαστά πρωινά με τις λουλουδάτες ευωδιές,

που μας υπόσχονταν μέρες χαρούμενες και γιορτινές.

Για να μη ξεχάσεις τις φλογισμένες μας νυχτιές,

όπου το κορμί του ενός έκαιγε, εφαπτόμενο στη σάρκα του άλλου.

Για πάντα να σου μείνουν στη μνήμη οι ώρες που χορεύαμε στη γη

και θαρρούσαμε πως μας αγκάλιαζε ο κόσμος όλος.

Ποτέ μη λησμονήσεις τις στιγμές, που νομίζαμε ότι πετούσαμε στον ουρανό

και νιώθαμε πως δε μας άγγιζε ανθρώπου μάτι.

Και μετά να φύγεις,

όλ'αυτά στη μνήμη σου να μείνουνε

και στην ψυχή σου βαθιά να χαραχτούνε.

Να με θυμάσαι, ψυχή μου!

Διότι ξέρεις, οι νεκροί πεθαίνουν πραγματικά,

όταν πεθαίνουν και στις καρδιές των ζωντανών.

Καταιγίδα δακρύων


Tι χειρότερο υπάρχει


απ' το να ξεσπάει διαολοσταλμένη καταιγίδα

μετά από μέρες ανοιξιάτικης λιακάδας;

Τα μακρόστενα σύννεφα σμίγουν νευριασμένα, μαυριδερά

και η πρώτη αστραπή δε διστάζει να μας αγγίξει

και να διασκορπίσει στη γη την ευτυχία μας .

Μα να που βγαίνει η πρώτη σταγονίτσα,

πικρό δάκρυ της σιωπής

και σιγά σιγά θα πολλαπλασιάζεται,

ψιχάλες ολόκληρες θα γενεί,

ωσότου έρθει η μεγάλη καταιγίδα να πνίξει τη θλίψη μου.

Μα δεν ήρθε από το πουθενά,

εγώ μονάχη μου την κάλεσα με τα μάτια μου,

τον πόνο η ψυχή μου για πολύ δεν αντέχει.

Κι έτσι το μικρό, θεριό ανήμερο γίνεται,

η σταγονίτσα μεταλλάσετε σε μπόρα,

η αγκαλιά της γης τραντάζεται

και το καθάριο αλμυρό υγρό

λευκές, βελούδινες πεδιάδες διασχίζει,

ωσότου στην άκρη του γκρεμού στο έδαφος χυθεί.

Μα εσύ δε με καταλαβαίνεις,

απ' την αρχή δεν καταλάβαινες τι σου έλεγα.

Γιατί πόσο ανόητος πρέπει να είσαι,

ώστε αντί στα μάτια να με κοιτάζεις,

έξω από το παράθυρο τον ουρανό ν' αγναντεύεις;







Το ρόδο του





Ήταν ένα ρόδο ολάνθιστο,

υπέροχο γέννημα της φύσης,

που με την πορφυρή του ομορφιά,

τα απαλά, γλυκοφίλητα πέταλά του

και την ερωτική ευωδιά του

δόξαζε το μεγαλείο της πλάσης.

Αυτό το ρόδο αγκάλιασα κι εγώ

με τα δάχτυλά μου,

το κασμιρένιο άγγιγμα να νιώσω,

τον πόνο που την ψυχή μου κυβερνούσε

για δευτερόλεπτα, έστω, να ξεχάσω.

Μα ανώφελο!

Σ' αυτό το ρόδο κύλησε το δάκρυ μου

για κείνον,

πιο μεγάλο απ' τις δροσοσταλίδες,

πιο μικρό απ' τις σταγόνες τις βροχής.

Σ' αυτό το ίδιο ρόδο έζησε το δάκρυ μου

λίγα λεπτά ευτυχίας,

πρωτού φυσήξει το αεράκι

και το χωρίσει σε χιλιάδες σταγονίτσες,

παίρνοντας μαζί του μερικές,

όπως χώρισε εκείνος σε κομμάτια την καρδιά μου,

παίρνοντας μαζί του μερικά.

Εμπρός, φύσηξε αεράκι, μη σταματάς τώρα,

πήγαινε παντού, σε τόπους μακρινούς

κι όταν τον βρεις

άσε τις σταγονίτσες να του πουν την ιστορία

για ένα δάκρυ που κάποτε γεννήθηκε στα μάτια μου

και πέθανε στο ρόδο που κάποτε μου χάρισε..




Ο μαυροντυμένος Πόλεμος

Τι όμορφα που η μέρα ξεκινάει,


καθώς ο ήλιος το φεγγάρι αποχαιρετάει!


Όλα τόσο γαλήνια και ήσυχα μοιάζουν,


σαν κεντημένα από παραμύθι φαντάζουν.


Το χωριό αρχίζει να σφύζει από ζωή


"ξυπνήστε, ξυπνήστε!" η μέρα τους καλεί.


Ο τρανός κόκορας λαλούσε δυνατά,


ενοχλώντας τα πουλάκια που τιτίβιζαν γλυκά.


Η βιτρίνα του φούρναρη γεμάτη κουλούρια και ψωμάκια,


σ' αυτή κολλούσαν τη μύτη τους, θαμπωμένα τα παιδάκια.


Με χαμόγελο τίναζαν τα σεντόνια τους οι νοικοκυρούλες,


στα μπαλκόνια, λουλούδια στόλιζαν τις γλαστρούλες.


Στις δουλειές τους πήγαιναν οι άντρες και οι λεβέντες,


οι γυναίκες και οι κοπέλες ζωηρές αντάλλασαν κουβέντες.


Και να που τώρα απ' το δρόμο περνάει μια νεαρή κοπέλα'


γλυκό χαμόγελο φορούσε και στα μαλλιά είχε κορδέλα.


Και καθώς γλυκοτραγουδούσε με μια στάμνα στα χέρια,


στην καρδιά του παραγιού του σιδερά μπήχτηκαν μαχαίρια.


Έξω από το μαγαζί καθότανε και τη γλυκοκοιτούσε,


μα εκείνη σημασία δεν του 'δινε, μόνο προχωρούσε.


Βγήκε έξω κι ο σιδεράς και μια μπούφλα του δίνει


"Ρε, κοπέλι, σύνελθε! Με τη δουλειά τι θα γίνει;"


To παλικάρι μια τελευταία ματιά της έριξε απογοητευμένος,


και μεσ' το μαγαζί μπήκε πάλι, πολύ ενοχλημένος!


Ο σιδεράς πονηρά χαμογέλασε, μα δε φάνηκε απορημένος


"Και βλάξ θα καταλάβαινε, πως τούτος είν' ερωτευμένος! "


Και να κει δίπλα στο λοφάκι, καθόταν ο βοσκός με τα ζα του,


που τους συμπεριφερότανε σα να 'τανε παιδιά του.


Και λίγο πιο κει έρεε ασημογάλαζο ένα ποταμάκι,


που έδινε στους κατοίκους του χωριού δροσούλα και νεράκι.


Αχ, τι όμορφα αυτά, που η ζωή τους είχε χαρίσει!


Έμοιαζε σα να μην υπήρχε τίποτα, που θα μπορούσε να τους τα στερήσει!




Εκτός από.....



Ξαφνικά, η στιγμή φάνηκε σε όλους σα να 'χε παγώσει

και μια πελώρια σιωπή τα στόματά τους είχε φιμώσει .

Ο Μέγας Ουρανός που όλα τα βλεπε και ήξερε τι θα επακολουθούσε,

τα μαύρα του εφόρεσε, γνωρίζοντας πως θα πενθούσε.

Βήματα βαριά ακούστηκαν και όπλα και κλαγγές,

το χώμα από κάτω τους έτριζε από τις αντρικές φωνές.


Ο μαυροντυμένος ήρθε, που από την κακία και τον εγωισμό των ανθρώπων τρέφεται και σ' αντάλλαγμα καταστροφές και πόνο τους φέρνει..


Και τότε...



Φωνές!

Κραυγές!

Που σβήνουν

το χθες!

Τρέχουν όλοι από δω κι από κει τη ζωή τους να γλιτώσουν!


Αίμα!

Ψέμα!

Του Χάρου

το βλέμμα!

Το μίσος και τα σπαθιά του εχθρού να μην τους λαβώσουν!



Ω, μα Θεέ, δε μπορεί!

Είχαν εχθρούς χωρίς να το ξέρουν!

Είτε γενναίοι, είτε δειλοί!

Ω, πόσο θα υποφέρουν!



Άντρες, άοπλοι κι αβοήθητοι, που τόσο άνανδρα γυρεύουν να σας νικήσουν!

Γυναίκες, όμορφες κι εύθραυστες, είναι σίγουρο, θα σας διεκδικήσουν!

Παιδάκια, μικρά κι αθώα, που τόσο άγρια θα σας πάρουν απ' της ειρήνης τα μάτια!

Νέοι, ερωτευμένοι κι αυθόρμητοι, οι καρδιές σας γρήγορα θα γίνουν κομμάτια!



Και ξανά!

Φωτιά!

Μισητή

ματιά!

Σκοτώνονται, πληγώνονται, αιχμαλωτίζονται απελπισμένοι!


Πόνος!

Τρόμος!

Της ανθρωπιάς

δολοφόνος!

Η ευτυχία και σε μια στιγμή μπορεί να χαθεί, ω, καημένοι!



Μα να! Μια κοπελίτσα ουρλιάζει, καθώς ο εχθρός κοντά του την τραβάει.

Αφρισμένα φιλιά τις δίνει, χωρίς να καταλαβαίνει πόσο την πονάει!

Μα ξάφνου πέφτει κάτω λιπόθυμος, όταν μια πέτρα τον πετυχαίνει.

Την πέταξε ο παραγιός και την κοπέλα τώρα από το χέρι παίρνει.


Μια ματιά αντάλλαξαν απελπισμένη

και για μια στιγμή θέλησαν να χουν τον κόσμο δικό τους!

Κι έτσι έτρεξαν μακριά ενωμένοι,

μια ειρηνική και ήσυχη γωνίτσα να βρούνε τα δυό τους..


..................................





Μετά από κείνη τη μέρα, ο τόπος αυτός ερήμωσε εντελώς

και κανένας δεν ήθελε να τον πλησιάσει οικιοθελώς!

Μα, τι είχε μείνει εκεί, κάποιος να αναζητήσει;

Ερημιά, καπνό ή δυστυχία; Η ευτυχία είχε σβήσει.


Μα η ζωή δεν είχε ακόμα τελειώσει, όχι για κάποιους ανθρώπους

κι όσο υπήρχε ζωή, η ευτυχία μπορεί να 'ρχότανε με χίλιους δυο τρόπους!

Ω, άνθρωποι όσες καταστροφές κι αν έρθουνε, κακουχίες και δεινά,
όλ' αυτά τα προσπερνάει ό,τι έχει ζωή κι ό,τι αγαπάει αληθινά..




Αυτή την προσπάθεια που έκανα, την αφιερώνω στους κατοίκους της Ν. Οσετίας, που μετά από τους βομβαρδισμούς και τις καταστροφές που υπέστησαν, προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους και στους αδικοχαμένους αμάχους, που τίποτα δεν μπορεί να τους ξαναφέρει πίσω στη ζωή. Καθώς δε μπορώ να κάνω κάτι ουσιαστικό για να τους βοηθήσω, τους εύχομαι καλή δύναμη και καλό κουράγιο στην προσπάθειά να σταθούν στα πόδια τους. Επίσης, δεν μπορώ να παραλείψω να ευχηθώ και στους αγαπητούς ηγέτες των χωρών, που είτε έμμεσα ,είτε άμεσα έπαιξαν ρόλο σε αυτό τον πόλεμο. Τους εύχομαι λοιπόν καλά μυαλά και λίγη ανθρωπιά για να μην σκέφτονται μόνο τα συμφέροντα των χωρών τους, αλλά να λαμβάνουνε υπ' όψιν τους και τις ζωές των αθώων ανθρώπων.



Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Μάτια που δεν βλέπονται..


Μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται . . .


Χα, χα


Τι γλυκό ψέμα, μα τι πικρή αλήθεια.


Αργά χαμηλώνει το κεφάλι και αναστενάζει το μυαλό.


Βίαια ανεβοκατεβαίνει το στήθος και δάκρυα αίματος

χύνει η καρδιά.


Ο νους το αποδέχεται, μα η ψυχή μαυρίζει.


Πώς να σε ξεχάσω, μάτια μου, πες μου πώς;


Νομίζεις δε θέλω; Νομίζεις ότι μπορώ;


Δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δε θέλω!


Α, ναι, ξέχασα μια διευκρίνιση, μάτια μου.


Εγώ θέλω να σε ξεχάσω, η καρδιά μου όμως όχι,

γι' αυτό κι εγώ δεν μπορώ.


Νομίζεις ότι σε κοροϊδεύω;


Ανόητε άνθρωπε, που την καρδιά μου βασανίζεις!


Δεν έχω δει τα μάτια σου, όχι ποτέ μου, μάτια μου.


Δεν έχω δει στο χρώμα τους να εμφανίζεται η μικρή

εικόνα του εαυτού μου.


Γι' αυτό, να σε λησμονήσω δύσκολο δεν μου είναι,

όχι δεν είναι.


Πώς θα μπορούσε όμως, πες μου πώς,

να σε λησμονήσει μια καρδιά,που έχει δει

τα μάτια της καρδιάς σου;

Έχει δει...έχει νιώσει.......


πότε τη θλίψη σου..πότε τη χαρά σου....


τις σκέψεις σου...τα όνειρά σου.


Ήταν χιλιόμετρα μακριά κι όμως μπορούσε, θαρρείς,

ν' ακούσει τους χτύπους της δικής σου καρδιάς.


Γι' αυτό μη με κρίνεις, μάτια μου, όχι μην τολμήσεις!


Τα μάτια στη μνήμη της καρδιάς, άμα χαραχτούνε


δεν σβήνουνε, δεν φεύγουνε, όσο κι αν οι μέρες περνούνε.


Εσύ να προσέχεις μάτια μου κι ο Θεός έχει,


εγώ θα σε θυμάμαι κι όσο κι καρδιά αντέχει
Σε σένα που με ξέχασες, μάτια μου.....

Ένας πολύτιμος θησαυρός


Φιλία

Ι
δέα μου είναι ή χαμογελάς ;

Λ
έξη τόσο μικρή κι όμως σημαίνει τόσα πολλά!

Ιθάκη θα δεις μπροστά σου και ο δρόμος θα είναι πιο εύκολος

Αγαπάς τον άλλο, τον νοιάζεσαι, τον σκέφτεσαι, τον έχεις ανάγκη



Η φιλία δεν έχει χρώμα, χρόνια, προσωπικότητα, κατάσταση, τόπο.

Όταν θα λέτε ανέκδοτα και συ θα γελάς, η φιλία θα ναι μαζί σου.

Όταν θα κλαίς από πίκρα και στενοχώρια, θα υπάρξει τουλάχιστον ένας άνθρωπος που θα σε αγκαλιάσει και θα σε παρηγορήσει. Ίσως δακρύσει μαζί σου, έτσι απλά γιατί θα σε δει λυπημένο. Τότε η φιλία θα είναι μαζί σου.

Όταν θα διασκεδάζετε στο λούνα παρκ, θα ξεχνάς τα πάντα, θα απολαμβάνεις την κάθε στιγμή. Θα σε χαρούμενος και ξέγνοιαστος. Η φιλία θα είναι κοντά σου.

Όταν θα θέλεις να αφήσεις στον τάφο της γιαγιάς σου λίγα λουλούδια αλλά δεν θα θέλεις να σε πλημμυρίσει η μοναξιά του νεκροταφείου , η φιλία θα είναι μαζί σου. Ίσως ανατριχιάσουν, ίσως διαμαρτυρηθούν αλλά στο τέλος θα σε ακολουθήσουν . Μην ανησυχείς! Το πολύ πολύ να σας κοιτάνε όταν δούνε ένα τσούρμο άτομα να τριγυρίζουν ανάμεσα στα μνήματα και με δυνατές φωνές να στοιχηματίζουν για το ποιος θα βρει πρώτος το μνήμα της κυρίας τάδε!

Όταν θα αποφασίσετε να βγείτε βόλτα, μα εσύ δεν θα έχεις αρκετά χρήματα, οι φίλοι σου θα μαλώνουν για το ποιος θα σε κεράσει, ώσπου θα αποφασίσουν να μοιράσουν τα χρήματα και να σε κεράσουν όλοι μαζί. Τελικά η φιλία αποβλακώνει! Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ κάποια στιγμή που αυτοί δεν θα έχουν χρήματα κι ας μην έχεις εσύ πολλά. Θα πάρεις κάτι που θα μοιραστείτε. Τι καλή που είναι η φιλία!

Όταν θα έχεις πέσει μέσα σε βαθιά λάσπη, όλο σου το σώμα θα βυθίζετε και συ δεν θα έχεις τη δύναμη να σηκωθείς, η φιλία είναι αυτή που θα σου δώσει το χέρι της για να σε βοηθήσει. Κι αν ακόμη δεν τα καταφέρει θα προσπαθήσει ξανά. Αν πέσει και η φιλία μέσα στη λάσπη, δεν θα το μετανιώσει διότι εσένα προσπάθησε να βοηθήσει, είσαι πολύτιμος γι' αυτήν. Και τέλος, είτε το πιστεύεις, είτε όχι θα βγεις από τη λάσπη και η φιλία θα σε βοηθήσει σε αυτό.
Μα ακόμη κι αν μαλώσεις με τη φιλία, θα πληγωθείς και θα είσαι θυμωμένος μαζί της, να σε σίγουρος ότι και αυτή θα νιώθει το ίδιο. Και τότε , καλείσαι να αποφασίσεις , αν αξίζουν τα όσα έχετε περάσει μαζί λιγότερο από έναν τσακωμό, όσο μεγάλος κι αν είναι. Εάν πιστεύεις ότι αξίζει περισσότερο ο τσακωμός, θα μείνεις με αυτόν, μόνος....Εάν πιστεύεις ότι αξίζει περισσότερο η φιλία, τότε θα μείνεις με αυτήν, έναν πολύτιμο θησαυρό........






Αφιερωμένο στις Κωνσταντίνα, Γεωργία, Ιωάννα,Στέφι,Όλγα

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ενας άντρας στο σεληνόφως






Περασμένα μεσάνυχτα,



Το σκοτάδι έξω πυκνό, παρά τα πολλά φώτα που γεμίζουν τις μεγαλουπόλεις.



Τι θα γινόταν αν δεν υπήρχαν αυτά;

Θα υπήρχε κάτι, αυτό το κάτι που θα διέλυε το σκοτάδι;



Μα, ναι. Πάντα υπάρχει έστω και λίγη ελπίδα ακόμα και στο απόλυτο σκοτάδι.

Πάντα βγαίνει έστω και λίγο το φεγγάρι να φωτίσει τις σκοτεινές κρύες νύχτες.

Πάντα φωτίζει το σεληνόφως τους δρόμους, τα πάρκα, τα πεζούλια,

ακόμη και τις καρδιές των ανθρώπων...

θολώνει το μυαλό τους..αγγίζει τα συναισθήματά τους...

θαμπώνει τα μάτια τους..τους γεμίζει μια μαγεία απερίγραπτη...

που μόνο όποιος τη νιώσει, καταλαβαίνει τη δύναμη του σεληνόφωτος...

...όπως την καταλαβαίνει τώρα ένας νεαρός άντρας που κοιτάζει τη σελήνη από την ταράτσα της πολυκατοικίας του, θαμπωμένος από την ομορφιά της και τη γοητεία της....




Κρατάει στα χέρια του ένα ποτήρι ουίσκι..ναι..θα μπορούσε να δει το φεγγάρι από το μπαλκόνι του, όπως έκανε όταν πρωτοείδε αυτό το πανέμορφο θέαμα..

...κι όμως , απ' το μπαλκόνι δεν νιώθεις όπως όταν είσαι στη ταράτσα..νιώθεις το σπίτι να σε πνίγει.βλέπεις όλα αυτά τα συνηθισμένα αντικείμενα.. η μαγεία χάνεται...

μα όχι, στην ταράτσα είναι όλα διαφορετικά..

απλά μην κοιτάξεις κάτω...

μην κοιτάξεις τον κόσμο κάτω...

μην κοιτάξεις ευθεία στο βάθος.

το μόνο που θα δεις είναι πολυκατοικίες, δρόμους, ανθρώπους και οτιδήποτε σου θυμίζει κάτι το γήινο...το φθαρτό....τα προβλήματα του κόσμου...

..κοίτα ψηλά, τον ουρανό.. που σαν τεράστιο μπλε μαντήλι σε τυλίγει...και συ θαμπώνεσαι με τις ασημένιες πούλιες τούτου του μαντηλιού..

Μα πιο πολύ θαμπώνεσαι με το κεντρικό και πανέμορφο σχέδιο μιας τεράστιας, ασημένιας μπάλας ......

Ναι, είναι πανέμορφη η σελήνη......

και όλο αυτό το σύνολο σου δίνει την αίσθηση της απόλυτης αρμονίας και της ευτυχίας.......

ξεχνάς τα προβλήματα σου..τις στενοχώριες σου..

τις καταστροφές που υπέστη ο κόσμος..

...και σκέφτεσαι αυτό το κάτι που υπάρχει πιο πέρα....

το θεϊκό....τον Παράδεισο .....

σκέφτεται ότι εκεί, στον απέραντο ουρανό...

υπάρχει η ευτυχία....η αγάπη.....

...νιώθεις πως θα πετάξεις..νιώθεις το δροσερό αεράκι που φυσάει και τη γαλήνη που σε πλημμυρίζει....

Ο άντρας χαιρετάει το φεγγαράκι...

πίνει μια γουλιά από το ποτό του...

ναι, όλα αυτά τα νιώθει κι ο ίδιος..

μα νιώθει και κάτι παραπάνω..

νιώθει μια ρομανική ατμόσφαιρα να τον τυλίγει και μια θωριά να τον πλησιάζει.ήταν εκείνη....

την έβλεπε τώρα μπροστά του, όπως τη μέρα που τη γνώρισε...

ναι.το φεγγαράκι κατάλαβε ότι όταν το κοίταζε, αυτή σκεφτόταν ο άντρας..

...και να, σαν θαύμα, το φεγγαράκι του έκανε τη χάρη και την έφερε κοντά του..

"Μη φεύγεις, φεγγαράκι..αν είναι να τη σκέφτομαι, μείνε εδώ
για πάντα........."
Και να, εκείνη πλησίαζε..εδώ θα πούμε την αλήθεια..

δεν ήταν ψηλή....ούτε πολύ αδύνατη...

ούτε πολύ όμορφη..ούτε πολύ πρόσχαρη...

μα γι' αυτόν ήταν η πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου..

η πιο χαριτωμένη...η πιο αγαπητή...

...κι αυτό γιατί ήταν εκείνη....

...ήταν εκείνη που αγαπούσε...

Κι αυτός την ένιωθε κοντά του..

τα μάτια της..τα χείλη της...

τα μαλλιά της...το άρωμά της..

ένιωθε ότι της πιάνει το χέρι κι ετοιμαζόταν να πετάξει μαζί της.....

στον απέραντο ουρανό.......

να χαιρετήσουν το φεγγάρι....

να πάνε σ' έναν άλλο κόσμο...μαγικό..

όπου θα ήταν μόνοι ...οι δυο τους...

θα χόρευαν κάτω από τ' αστέρια....

και θα τη φιλούσε γλυκά....

"Μη φεύγεις, φεγγαράκι...αν φύγεις, θα φύγει κι εκείνη..

μη φεύγεις ,φεγγαράκι..δεν την αποχαιρέτησα ακόμη.."

Ο άντρας, ακόμη ζαλισμένος από τις σκέψεις και από το ποτό του σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το πρώτο φως της αυγής..










Ξημέρωνε.......................







Αφιερωμένο στον Φίλιππο

It smells like Maria's spirit!


Mπορεί να μην είμαι ωραία

και για τους άντρες μοιραία

παρολ' αυτά ξέρω ότι και γω

έχω κάτι ξεχωριστό.

Μοντέρνα ρούχα δεν φορώ

ούτε μου αρέσουν τα μπιζού τα φο

δεν βάζω στα νύχια μου μανό

δεν έχω ούτε μια φωτογραφία με χτένισμα λαμπρό.

Παρολ 'αυτά ξέρω ότι και γω έχω κάτι ξεχωριστό!



Έχω δει ταινίες πολλές

για έρωτες και αγάπες δυνατές

με τέλος καλό και όλα καλά

όπως τα παραμύθια που άκουγα παλιά.

Έχω διαβάσει βιβλία ρομαντικά

κι ένιωθα σαν να πήγαινα σε μέρη μαγικά

σε θρύλους, σε μύθους σε ιστορίες παλιές

τον έρωτα να ζήσω, μα δεν ήταν αληθινές.

Τώρα ζω το παρόν

όπου όλοι είναι ωραίοι

αδύνατοι, όμορφοι

και γι' αυτό νιώθουν σπουδαίοι.

Γι' αυτούς είμαι το τίποτα

γι' αυτούς δεν είμαι αυτό το κάτι

που να τους κάνει να νομίζουν

πώς αξίζω την αγάπη.

Πότε θα μ' αγαπήσει κάποιος και θα γνωρίσω την αγάπη?

Είναι όλ' αυτά μια απάτη ?

Είναι όλ' αυτά κολοκύθια?

Είμαι πια πολύ μεγάλη για να πιστεύω στα παραμύθια.

Πότε θα γνωρίσω αυτόν

που δεν θα τον νοιάζουν τα γυαλιά μου?

Πότε θα γνωρίσω αυτόν που θ' αγαπήσει την καρδιά μου?

Πότε θα έρθει αυτός και θα μου πει:

«Μην κοιτάς, μην κοιτάς δεξιά και αριστερά

η ζωή είναι μόνο μια και γι' αυτό να διασκεδάσεις,

τους άλλους να τους κοιτάς μεσ' απ' τα μάτια της καρδιάς

και το βλέμμα σου χωρίς φόβο να σκορπάς.

Μα εσύ μην κοιτάς δεξιά και αριστερά ...

Μείνε αυτή που είσαι, μείνε ο εαυτός σου

όλος ο κόσμος θα σ' αποζητά και θα σ' αγαπά

αν δει ότι έχεις καλή καρδιά.»

και τότε εγώ θα καταλάβω τι είναι αυτό

που έχω το ξεχωριστό......Ξέρω ν' αγαπώ!!!



Aφιερωμένο σε όλους τους ανθρώπους που νομίζουν οτι είναι ασχημοι εξωτερικά αλλά μεσα τους κρίβουν μια όμορφη ψυχη και μια καλή καρδιά!"

Να ζει κανείς ή να μη ζει;


Να ζει κανείς ή να μη ζει;

Ιδού η απορία.

Ασήμαντο ερώτημα

ένα βήμα πριν βρεις την ευτυχία;

Τι νόημα έχει η ζωή

στην πίκρα και στον πόνο;

Να ζεις ,να περιμένεις τι;

Αγαπημένου προσώπου προδοσία;

Της τύχης της αναποδιές;

Τη Δευτέρα Παρουσία;

Προς τι η ύπαρξη της οδύνης,

των ψυχικών τραυμάτων

και της ανώφελης πίστης

στην ύπαρξη θαυμάτων;

Αξίζουν άραγε αυτά

για την ευωδιά μιας πασχαλιάς

και τους ζουμερούς καρπούς

μιας ροδοκόκκινης μηλιάς;

Αξίζει να είσαι μια ζωή

από έρωτα πληγωμένος

κι ας ήσουν κάποτε γλυκά,

αθεράπευτα ερωτευμένος;

Να βλέπεις τ' άσπρα σπιτάκια

ενός ηλιόλουστου νησιού;

Να σε φιλάνε τρυφερά

τα χειλάκια μικρού παιδιού;

Το να ζει κανείς ή να μη ζει

ο άνθρωπος δεν το ορίζει.

Το τι θα πράξει στη ζωή του

αυτό αποφασίζει........

Φιλοσοφία ζωής




Η ζωή είναι μικρή....:'(

Να παραβιάζεις τους κανόνες....:ο

Να συγχωρείς γρήγορα....:/

Να φιλάς αργά....:*

Να χορεύεις σαν να μην σε βλέπει κανένας....;)

Να τραγουδάς σαν να μην σε ακούει κανένας....:D

Να αγαπάς σαν να μην σου έχει προξενήσει κανένας πόνο....<3

Διότι η ζωή δινεται στον άνθρωπο μόνο μιά φορά....(1)

και πρέπει να τη ζούμε έτσι, ούτως ώστε όταν μας δούνε οι "πάνω"

να τρελαθούν και να μας πουν "Για ξανακάν' το αυτό!!!"

Μια ερωτευμένη που περιμένει τoν έρωτα της ζωής της ......


Όταν τ' άστρα φανούν και σκοτεινιάσει ο ουρανός,

όταν τους ανθρώπους φωτίζει της σελήνης το γλυκό το φως,

όταν η όμορφη νύχτα σκεπάζει των ερωτευμένων τα μυστικά

και η καρδιά των ανθρώπων γεμίζει με μια ζεστή αγκαλιά

εκείνη τη νύχτα θα 'μαι και γω και 8α περιμένω εσένα, καρδιά μου

έξω από το παράθυρο εσένα θα κοιτώ, εσένα θα προσμένει η ματιά μου.

Ένα φόρεμα λευκό θα φορώ και λευκά θα 'χω γαντάκια

με πρόσωπο φωτεινό θα στολιστώ και γλυκά θα 'ναι τα ματάκια.

Όμορφη δεν είμαι εγώ, όμορφη θα γίνω για σένα

και στην καρδιά δεν θα 'χω σημάδι δυστυχίας κανένα.

Πού είσαι ήλιε μου, όμορφε, πού είσαι παράδεισε μου?

Πού είσαι άστρο, του δειλινού, πού είσαι άγγελε μου?

Έλα να με πάρεις από δω σ' άλλη πόλη να με πας

Σ' άλλη χώρα να μ' αγκαλιάζεις, σ' άλλη γη να μ' αγαπάς

για προμήθειες μην πάρεις σκεπάσματα ή φαγητό

μονάχα την αγάπη μας και ένα άλογο γοργό.

Διότι η αγάπη είναι βαρύ φορτίο, αν και δεν το κουβαλάς,

μα όταν τη μοιράζεσαι στα δύο αυτή σε κάνει να πετάς.

Αχ, πού είσαι καρδιά μου? η αρχοντιά σου δεν αργεί,

μα μου φτάνει που θα γίνεις δικιά μου για μια ολόκληρη ζωή.

Για δωράκι εγώ δεν θέλω δαχτυλίδι αρχοντικό

μονάχα ένα φιλάκι να μου δώσεις στο στόμα για να γλυκαθώ.

Γιατί τα χειλάκια σου είναι γλυκά σαν τα πέταλα ανθού

και τα χαδάκια σου απαλά σαν το φτερό χελιδονιού.

Μα έχει περάσει η νύχτα πια και η μέρα ξημερώνει,

μα για σένα εγώ αγάπη μου 8α περιμένω λίγο ακόμη

Θα περιμένω τα ματάκια σου που δεν είναι ούτε πράσινα ούτε γαλάζια

μονάχα ανοιχτοκάστανα, μεγάλα και γλυκά, όλο νάζια.

Δεν θέλω να 'σαι ψηλός λεπτός ή στη δύναμη σπουδαίος

μονάχα με τα μάτια σου για μένα είσαι ωραίος.

Ξημέρωσε πια , ψυχή μου, βγήκε ο ήλιος ο λαμπρός ,

αχ, γιατί να σε ζωή μου τόσο μα τόσο πολύ αργός?

Τόσο καιρό σε περιμένω μα εσύ ακόμα να 'ρ8εις

μήπως με ξέχασες λιγάκι γι' αυτό και τόσο πολύ αργείς?

Όταν έρχεται η νύχτα εγώ γεμίζω με χαρά

μα όταν έρχεται η μέρα δάκρυα πνίγουν την καρδιά.

Παρόλα' αυτά αγάπη μου εγώ σε περιμένω

κι αν τις νύχτες δεν κοιμάμαι εσένανε προσμένω.

Το ξέρω πως κάποτε θα 'ρθεις , πως δεν κάνεις απάτη

ποιος είπε άραγε πως δεν αξίζει να περιμένεις την αγάπη????
Αφιερωμένο σε αυτούς που ψάχνουν το ταίρι τους και την μοναδική αγάπη της ζωής τους .Μην τα παρατάτε. Κάντε υπομονή και θα βρεθεί αυτός που 8α σας αγαπήσει πραγματικά....Η ερωτευμένη κοπέλα περιμένει τον αγαπημένο της πολύ καιρό τώρα τα βράδια...ονειρεύεται και μόνο τη στιγμή..τον περιμένει κα8ε βράδυ αλλά τελικά περνάει η νύχτα, ξημερώνει και συνειδητοποιεί πως ο καλός της δεν ηρθε.. Παρόλα αυτά συνεχίζει να τον περιμένει... γιατί?...........................................Μα φυσικά επειδή πιστεύει πως για την αληθινη αγάπη αξίζει να περιμένεις κανείς "

Ενα μοναδικό τέχνασμα της φύσης


Κλωστές από μαύρο μετάξι, πλεγμένες ομοιόμορφα

και μεταμορφωμένες σ' ένα μεταξένιο άγγιγμα.

Μέτωπο ψηλό, δεν έχει ρυτίδες πάνω του,

μόνο τα νιάτα διαγράφονται σε αυτό.

Δυο μαύρα μαργαριτάρια λάμπουν στης χαράς το φως,

μοναδικά, ακατέργαστα.

Μια αψεγάδιαστη γωνία που δεν διστάζει

να έρχεται κοντά σου, να μυρίσει το άρωμα σου.

Χείλη κλειστά, αφιερωμένα στη σιωπή των ρόδων

που έδωσαν το χρώμα τους σε αυτά.

Κι όλα αυτά μαζί συνεργάζονται και συνθέτουν

ένα ομοιόμορφο και μοναδικό τέχνασμα της φύσης.




Αφιερωμένο στο Φίλιππο απο την "Ερμιόνη" του."