Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Φόβος

Κοιτάζω ολόγυρα,
μα και πάλι δε βλέπω τίποτα.
Τα στενάκια άδεια, σκοτεινά,
δε μπορείς όμως να είσαι σίγουρος τι κρύβεται μέσα τους,
σωστά;
Περπατώ γρήγορα, σχεδόν τρέχω.
Φοβάμαι.
Σφίγγω τα κλειδιά στην τσέπη
για να θυμάμαι πως πρέπει
να γυρίσω σπίτι. Με περιμένουν.
Τα μανίκια είναι λίγο μακριά για τα χέρια μου.
Σχεδόν κρέμονται.
Καλύτερα.
Κανείς δε βλέπει πως οι γροθιές μου σφίγγονται
κρυμμένες στο μαύρο ύφασμα.
Κανείς δεν ξέρει πως μπορώ να χτυπήσω.
Μα και πάλι ο εαυτός μου με προδίδει.
Αναπνέω γρήγορα, κοφτά,
σα να στερεύω κάθε δευτερόλεπτο από οξυγόνο.
Άλλοτε πάλι μου φαίνεται οτι βαριανασαίνω.
Ο θόρυβος προδοτικός, πρόστυχος
βγαλμένος από κάποια ερωτική ταινία
όπου το ζευγάρι αναστενάζει την ώρα του έρωτα.
Μόνο που εγώ δεν έχω παρτενέρ.
Και φοβάμαι.
Όχι επειδή γι' αυτούς ανήκω στο ασθενές φύλο.
Όχι επειδή τα κλειδιά μου κουδουνίζουν
βγάζοντας έναν κάλπικο ήχο νομισμάτων.
Οι άνθρωποι δε σώζονται με ψίχουλα,
το ξέρουν.
Κι όχι επειδή είναι βράδυ.
Αλλά να,
είναι που είμαι εδώ,
αυτή την ώρα
μ' αυτά τα ρούχα
μ' αυτές τις σκέψεις
και δεν ξέρω τι θα πατήσει το πόδι μου
στο επόμενο βήμα.