Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Τα μάτια ενος...λύκου




Κάτι μάτια σκιάζουν τη θλίψη μου

μια θλίψη όλο "σ'αγαπώ"

που μετατρέπεται σε οργή



Τα μάτια άγρια μαρτυράνε

την ύπαρξη της κόλασης



κάτι μάτια...

λύκου

ενός λύκου που δε θέλει

ούτε καν να χιμήξει πάνω σου

να σε σκίσει

να γαβγίσει

όσα δε μπόρεσε ποτέ να σου ξεστομίσει



κάτι μάτια...

όλο αδιαφορία

για την ύπαρξή σου



Μάτια σα νύχια

Νύχια που σε τρυπάνε στα σωθικά

επίτηδες ή όχι



Το νύχι ως την καρδιά φτάνει

και μόνο με το χρόνο

θ'απομακρύνεται

σιγά σιγά

χωρίς ποτέ να φύγει εντελώς



Μ' έχουν τρυπήσει πολλές φορές βέβαια

πολλά νύχια...

πολλά μάτια...

πολλές καρδιές...

αλλά όσο αυξάνονται αυτές

άλλο τόσο αναρωτιέμαι

τι έκανα και τ' αξίζω όλ' αυτά

τι έκανα και τους διώχνω όλους απο κοντά μου...

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Λόγια

Λόγια του ανέμου τα λόγια μου
λόγια της σιωπής
μπαλόνια φουσκωμένα μέσα τους
μα στη ράχη τους κανείς

τι βάρος ν' αντέξουνε οι λέξεις;

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Ο δρόμος της μάθησης

Σήμερα το πρωί
μυρίζει διαφορετικά.
Απρίλιος μήνας.Τέλη.
Δε κελαηδούν τα πουλιά.
Τα χόρτα και τα δέντρα
μοιάζουν ξερά,
τραντάζονται στο φύσιμα
του ανέμου σα να ξέρουν.
Σα να λένε το αντίο.
Το χώμα όμως μύριζε
τροφή γι' αυτά. Ζωή.
Σ' εμένα η μυρουδιά
θύμιζε βροχερές ημέρες.
Σύννεφα ορκισμένα
να μας φωτίζουν το δρόμο.
Κι εμείς εκεί να κουβαλάμε
συμπράγκαλα , χωρίς να
φανταζόμαστε καν
τι θα κουβαλήσουμε
στο μέλλον.
Χειρότερο...
Σε τρείς βδομάδες δίνω,
αγχώνομαι, τελειώνω.
Μα και τότε δε θα ξέρω
τι με περιμένει.
Ούτε θα φαντάζομαι.
Ούτε θ' ανυπομονώ.
Μάλλον θα 'ναι η μυρουδιά
που θα μ' αποσπά.
Διαφορετική.
Αχ και να μουν πάλι
στην αρχή του δρόμου...
26/4/2010

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Φόβος

Κοιτάζω ολόγυρα,
μα και πάλι δε βλέπω τίποτα.
Τα στενάκια άδεια, σκοτεινά,
δε μπορείς όμως να είσαι σίγουρος τι κρύβεται μέσα τους,
σωστά;
Περπατώ γρήγορα, σχεδόν τρέχω.
Φοβάμαι.
Σφίγγω τα κλειδιά στην τσέπη
για να θυμάμαι πως πρέπει
να γυρίσω σπίτι. Με περιμένουν.
Τα μανίκια είναι λίγο μακριά για τα χέρια μου.
Σχεδόν κρέμονται.
Καλύτερα.
Κανείς δε βλέπει πως οι γροθιές μου σφίγγονται
κρυμμένες στο μαύρο ύφασμα.
Κανείς δεν ξέρει πως μπορώ να χτυπήσω.
Μα και πάλι ο εαυτός μου με προδίδει.
Αναπνέω γρήγορα, κοφτά,
σα να στερεύω κάθε δευτερόλεπτο από οξυγόνο.
Άλλοτε πάλι μου φαίνεται οτι βαριανασαίνω.
Ο θόρυβος προδοτικός, πρόστυχος
βγαλμένος από κάποια ερωτική ταινία
όπου το ζευγάρι αναστενάζει την ώρα του έρωτα.
Μόνο που εγώ δεν έχω παρτενέρ.
Και φοβάμαι.
Όχι επειδή γι' αυτούς ανήκω στο ασθενές φύλο.
Όχι επειδή τα κλειδιά μου κουδουνίζουν
βγάζοντας έναν κάλπικο ήχο νομισμάτων.
Οι άνθρωποι δε σώζονται με ψίχουλα,
το ξέρουν.
Κι όχι επειδή είναι βράδυ.
Αλλά να,
είναι που είμαι εδώ,
αυτή την ώρα
μ' αυτά τα ρούχα
μ' αυτές τις σκέψεις
και δεν ξέρω τι θα πατήσει το πόδι μου
στο επόμενο βήμα.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Ένα νανούρισμα πικρό τ' ονομά σου...

αέρας που επιπλέει
μεσ' τ' αυτιά μου
και διαλύεται
μόνο όταν πλησιάσουν
οι πρώτες νότες
εκείνης της τόσο γλυκιάς μελωδίας....



Μια ζωγραφιά φτηνού μουσαμά η όψη σου...

ογδοντάρικη ροκιά
ουρλιάζει στο full ο υπολογιστής,
ενώ η τηλεόραση μουγκρίζει
μια ταινία ερωτική της χι
με βογγητά και κινήσεις έντονα ρυθμικές

("Μα δεν την έβαλα εγώ σου λέω!")



Μια γκρίζα χιονούλα η ματιά σου...

κανείς ποτέ δε λογάριαζε
τον άλλο στην οδύνη του
κι αντίς να τη γιατρεύει
στην άγρια μεταμόρφωση της συντελεί

("Μαλάκα, σβήσε τη μουσική σου και βγάλε το σκασμό!")



Ένα κομμάτι σάρκας η καρδούλα σου...

λάμπει ο ουρανός
λάμπει το δωμάτιο
λάμπει η παρτιτούρα
και το χέρι μου αργά αγγίζει
τα πλήκτρα του πένθιμου πιάνου μου
για ν' ακούσω ξανά
έστω τις πρώτες νότες
εκείνης της τόσο γλυκιάς μελωδίας...

Η αρρώστια μου



Πόσο θα θελα να μιλήσω

αρρώστια κατάντησε
κατακρεουργημένη ρήμα
που δε μπορείς να διώξεις,
παρα με το χέρι σου τ' αριστερό

Χείλη ξερά
διψούν για συνουσία ψυχών ανέπαφων
μόνο για να ελαφρύνει ο εαυτός,
μόνο για να πάψει να γελάει
ο καλικάντζαρος στον καθρέφτη

Κι όμως, το καναρίνι λένε
δεν έχει τ' αηδονιού το χρώμα,
μ' ακόμα ξεχωρίζει κίτρινο σαν κελαηδεί

Τελείωσε τώρα,
αρρώστια κατάντησε,
λέπρας πληγή στο στόμα μου.

Δε μπορώ να μιλάω, παρά να τραγουδώ

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Έλενα



Το κόκκινο στα χείλη σου που μίσησα


πάθος


έρωτα


για επανάσταση μαρτυρά;


Δεν έχω μάτια να δω


φλόγες τα τύφλωσαν


πελάγη τα καταράστηκαν


μισημένο αίμα έτη στάζουν στ' ακρογυάλι σου.


Κι όλο γεμίζει κόκκινο το χρώμα


κόκκινο σε παγιδεύει


κόκκινο αγκαλιάζει το βλέμμα σου


είναι θαρρείς το χρώμα που σε καίει


αυτό που σου δίνει τη ζωηράδα να πράττεις


(για) πράξεις ανεπίτρεπτες για τα δόλια σου κλειδιά


πράξεις αφελείς μπρος τις νεανικές σου νότες.


Μα σςςς....


Μη μιλάς. Δε θέλω εξηγήσεις.


Άλλωστε δε μπορείς να μ' ωφελήσεις σε τίποτα πια.


Μα, μη βγάζει ο νους σου τούτο:


Κι η πιο άσπειλη Ελένη στο κόκκινο βουλιάζει


σαν αιτία ξένου πόνου γίνει.