Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Λένα (μέρος 2ο)

(συνέχεια)




Πράξη τρίτη: το τετράδιο


Τα λεπτά κυλάνε γύρω μου, μα εγώ παραμένω ακόμη στο πρώτο δευτερόλεπτο της σκέψης μου. Το τετράδιο με το καταμαυρο μολύβι με φωνάζουν απελπισμένα, μα εγώ λυπάμαι που δε μπορώ ούτε να τ' ακουμπήσω. Σιωπή βαραίνει τα σπλάχνα μου και με κατατρώει. Τι να τους πω; Οι τελευταίες απογοητεύσεις μ' έκαναν ένα βουβό κι ανίδεο ον που δε νοιάζεται για τίποτα, γιατί πολύ απλά δεν έχει μέσα του τίποτα. Πώς να γράψεις με το τίποτα; Ο χειρότερος σύντροφος. Ακόμη κι ο πόνος, ο φόβος και η απόγνωση σε συντροφεύουν για λίγο, μα αργότερα αποδεικνύονται σπουδαίοι τροφοί της τέχνης! ή έστω της δημιουργικότητας. Το τίποτα όμως, παράγει το τίποτα. Κάποιοι λένε...οτι απο το τίποτα παράγεται το πάντα..αρκεί να έρθει η στιγμή. Δεν ξέρω. Το κεφάλι βαραίνει απο τις θλίψεις κι ο εχθρός καραδοκεί. Πρέπει.




Πράξη τέταρτη:το μπάνιο


Μια τελευταία ζεστή αγκαλιά ζητάω,τίποτ' άλλο. Σαπουνίζω το σώμα για να ναι καθαρό στη μικρή βόλτα που του επιφυλάσσω, έστω κι αν στη συνέχεια δε θα 'ρθει μαζί μου. Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς δε μου άρεσε. Απο τότε που πάτησα σε τούτο το κακοτράχαλο κι επικίνδυνο σκαλί δε μ' άρεσε τίποτα πάνω μου.Βλέπεις, φαίνεται οτι δεν έβλεπα ν' αρέσει και σε κανέναν άλλο κι αυτό με χτυπούσε κατάστηθα. Έτσι, ίσα ίσα δεν έβλεπα την ώρα να ξεφορτωθώ αυτό το άθλιο σώμα μαζί με κάτι άλλο, ακόμα πιο σοφό και πανούργο.


Το άρωμα του σαπουνιού με έπνιγε, η γεύση του γλίστραγε στο στόμα.Άνοιξα το μικρό παραθυράκι για να μπει λίγος αέρας ν' ανασάνω. Το πρόσωπο γυάλιζε απ' το νερό που άφθονο κυλούσε πάνω του, αλλά ένιωσα κάτι πιο καυτό να ρέει στα μάγουλα. Η μικρή γειτόνισσα φιλούσε απέναντι στο δρόμο το φίλο της κι ο τελευταίος έκοψε ένα μπουμπουκάκι απο το δέντρο και της το χάρισε. Κι ύστερα πάλι φιλί. Κι ύστερα δάκρυα. Δεν είναι ζήλεια, ούτε κακία. Είναι που ο έρωτας δεν άγγιξε ακόμα τη δική μου καρδιά, ούτε το σώμα μου κι ας με καίει σα φωτιά τα τελευταία καλοκαίρια. Ας είναι. Το δειλινό ψιθυρίζει ερωτικές νότες στ' αυτιά τους. Ναι, θα λάμψει ο έρωτας κι απόψε, αλλά μόνο για κείνους. Ας είναι.




Πράξη Πέμπτη: βόλτα


Δε με άφηναν να βγω τέτοια ώρα στο σκοτάδι, αυτό είναι σίγουρο, αλλά εαν τόσο καιρό είχαν στραγγίσει κάθε σταγόνα της άμυνάς μου, το πείσμα μου τους έφτανε μόνο για επίθεση. Θα ψάξουν, το ξέρω, το αίμα τους θα πιούν για να βρουν κάτι, μα δε θα καταφέρουν τίποτα. Εγώ κοντεύω τώρα στου "Ηρακλή" κι εκεί δε θα με βρουν. Ο "Ηρακλής" είναι Παρθενώνας, ο "Ηρακλής" είν' εκκλησιά που σε φυλάει και δε μαρτυρά τους πονεμένους. Στο μεταξύ σκέψου.




-Σας βαρέθηκα. Μια μέρα θα πάρω το παιδί και θα σας αφήσω.

-Θα τα πάρω μια μέρα και θα φύγω. Θα σας αφήσω στη βρώμα να ψοφάτε.

-Γουρούνι

-Μαλακισμένο.

-Τίποτα δεν ξέρεις...όχι τίποτα

-Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις.

-Κλείσε το στόμα σου.

-Τι θες να κάνουμε; Πάμε για παγωτό;
-Ό,τι θέλει εκείνη.
-Εσύ τι θέλεις να κάνουμε;
-Το μόνο που θέλω τώρα είναι να πάω σπίτι.
-Πάμε σπίτι;
-Πάμε!

-Δηλαδή τόσο καιρό αυτό γινόταν; Όσα έλεγες...τα έλεγες μόνο για να με διασκεδάσεις ως...φίλη;

-Θες να πεις οτι και μόνη σου είσαι μια χαρά. Σου αρέσει η μοναξιά. Είτε είμαι εγώ, είτε είσαι
μόνη το ίδιο κάνει. Άρα καλύτερα μόνη.

-Σε θέλω! Μ' ανάβεις.

-Ώστε εσύ ήσουν!

-Μιλάμε καιρό. Μόνο με μένα δε θέλεις να βγεις.

-Το μωβ πέπλο καλά κρατεί....

-Δεν αντέχω άλλο! Θ' αυτοκτονήσω!

-Μα δε σε κατηγόρησα για κάτι!

-Ως εδώ ήταν. Να σαι καλά. Γεια σου.

-Αν ψοφήσω εγώ, εσύ τι θα κάνεις, ηλίθια;

-Στις οχτώ η ώρα το πρωί πρέπει να σηκώνεσαι.

-Δεν ξέρω. Όταν τα διαβάζω μου θυμίζουν λιβάδια με λουλούδια..και μια κοπέλα στη μέση..καταλαβαίνεις; Είναι αγνά..πρέπει να τα δώσεις κάπου, μη τα κρατάς για σένα....


Ας είναι.




Πράξη έκτη:ο Ηρακλής


Ο "Ηρακλής" στεκόταν αγέρωχος και σοβαρός όπως πάντα και τολμώ να πω πιο πολύ με τρόμαζε αυτός παρά η πράξη που επρόκειτο να κάνω. Είτε το είδες, είτε όχι ήταν πόνος. Κι εγώ δεν αντέχω να πονάω. Άρχισα να προχωράω μέσα σιγά σιγά, αλλά με την πρώτη δόση φόβου που με κυρίευσε σταμάτησα. Κάθισα κάτω στο κατασκόταδο και θαύμασα το μέλλον. Ένα ερείπιο θα μας έχει μέσα του κι εμείς άγνωστοι μεταξύ μας απο παντού να τυραννιόμαστε. Μόνοι.Το μικρό μαχαιράκι που έβγαλα μου φαινόταν μπαλτάς κι ας το έβλεπα με δυσκολία, αλλά αυτό δε με πτοούσε. Είπαμε, δεν αντέχω να πονάω. Πήρα μια τελευταία ανάσα κι έκλεισα τα μάτια. Αν και πίστευα στο Θεό, τελευταία είδα οτι μερικοί δεν πιστεύουν καθόλου σε θρησκείες και Θεούς κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Τελικά...υπάρχει κάτι ανώτερο απο μας...ή δεν υπάρχει; Εκείνη την ώρα του αποχαιρετισμού μου ήρθε στο μυαλό ένας τύπος απ' τα λημέρια μου που είχε πει οτι ήταν μηδενιστής. Και φυσικά δεν πίστευε σε Θεό. Ανάθεμα κι αν ήξερα σε τι πίστευε. Τι θυμήθηκα τώρα...Πάντως να ξέρεις άνθρωπε, πως αν δω το Θεό θα τον παρακαλέσω και για τους δυο μας. Εμένα να με λυπηθεί...και σένα να μη σε ξεχνάει..να μη σ' αφήσει να κάνεις ό,τι έκανα εγώ. Τα μάτια άνοιξαν. Τα γόνατα λύγισαν κι έφτασαν τη γη. Τώρα ή ποτέ!



Masquerade...paper faces on parade...masquerade..hide your face, so the world will never find you...




Δεν ένιωθα καλά...καθόλου καλά. Ενώ το αίμα άδειαζε απο μέσα μου και γέμιζε σιγά σιγά τον τόπο γύρω, κάτι άλλο ταυτόχρονα με μάτωνε...με μάτωνε διπλά και τριπλά...πάλι πονάω...Δε μ' ένοιαζε τίποτα πια..απλά ήθελα να γυρίσω πίσω γρήγορα να δώσω ένα φιλί στο μικρό που ήξερα οτι δεν έφταιγε σε τίποτα...να του γράψω κάτι να με θυμάται...Άλλα τώρα πια ήταν αργά...δε θα προλάβαινα. Καλύτερα! Όσοι γεννιούνται για τέτοιες πράξεις, γεννιούνται για να πεθαίνουν!



Masquerade...paper faces on parade...masquerade....



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου