Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

seventeen


Άνοιξα τα μάτια μου και πάλι.
Ο ύπνος γλυκύς
τράβηξε τα βλέφαρά του απ' τη
μαυρίλα,
που μπαστακωμένη τεντωνόταν,
τιναζόταν στον ήλιο.

Εις μάτειν.


Ο ήλιος, λένε, ανατέλει για όλους
κι όμως για ένα εικοσιτετράωρο ακόμη
γυρίζω αλλού το φως μου.
Το φως μου κι ο ήλιος βασιλεύουν
τουταύτη μέρα,
ζυγώνουν ο ένας τον άλλο
δειλιάζουν, παλεύουν, αγκομαχούν
μα στο τέλος κανένας δεν πεθαίνει.
Ίσα, ίσα που το βράδυ ξεκουράζονται
ο ήλιος στα βουνά, το μαύρο στα μάτια.
Τότε ξεκουράζομαι κι εγώ
κι εσείς κι όλοι, μα πιο πολύ εγώ.
Δεν είμαι του νυχτολούλουδου ρημάχτρα,
μήτε της σελήνης ξελογιάστρα,
κοιτώντας τη να γυαλίζω το γυαλί.
Είμαι η ερωμένη του ήλιου,
αυτόν προσμένω κάθε μου.
Γιατί πώς θα μπορούν να μ' αγγίξουν,
αν δε μπορούν πρώτα να με δουν;
Χορταίνει ο κόσμος αθώα φαντασία
βουτηγμένη στα τάρταρα,
παιδιού το φάντασμα γεννάει,
μα μη γελιέσαι.
Έπαψαν καιρό να βαράνε οι κουδουνίστρες.
Τα χιόνια λιώνει το αίμα,
μίγμα αισχρό κυκλοφορεί.
Κι έτσι σηκώνομαι.
Βρίσκω χτένες και βούρτσες
και ρούχα καθαρά και πετσέτες,
μα δε τα νιώθω.
Ο ήλιος το πρόσωπο θ' απαλύνει,
τη φιγούρα θα ψηλώσει,
αρκεί πρώτα να με δουν.
Και δρασκελίζω.
Ρούχα σκόρπια η ματιά μου,
μούχλα το ψωμί μας στολίστηκε,
καημενούλι, στη φούχτα του παρέμεινε.
Τούτος ο άρτος μας στερείτο
απο αγαπησιάρικες φωνές, απο στόματ' άδεια.
Μόνο καυγάδες και σπρωξίματα και βρισιές
και σκέψεις, μαύρες σκέψεις κουβαλά.
Κλείνω τα μάτια πάλι'όχι απο νύστα.
"Λίγες οι νύχτες που μ' αρέσαν
"Να ξεχάσω πάλι θέλω, να μη θυμάμαι,
η εικόνα του νου να ξεγραφτεί...
Κι έτσι τ' ανοίγω πάλι.
Στέκομαι μπροστά στις κάμαρες
της σκεπής μου κι απορώ:
"Πώς τάχα φτάσαμ' ως εδώ;"
Χα, εικοτολογίες τρίτων.
Παίρνω τη σάκα μου κι απόψε
για ν' ανοίξω το χορό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου